amplificación

Ορισμός και σημασία του "amplificación"στα ισπανικά

Amplificación
01

ενίσχυση

el proceso de hacer algo más fuerte o más intenso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Gira ese botón para controlar la amplificación.
Γύρισε αυτό το κουμπί για να ελέγξεις την ενίσχυση.
02

διεύρυνση, ρητορική διεύρυνση

una figura retórica que expande una idea para enfatizarla
Παραδείγματα
La amplificación no es solo repetir, sino enriquecer una idea.
Ενίσχυση δεν είναι απλώς επανάληψη, αλλά εμπλουτισμός μιας ιδέας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store