Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amasar
01
ζυμώνω, ζυμώνω τη ζύμη
trabajar y mezclar una masa con las manos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
amaso
γ΄ ενικό πρόσωπο
amasa
ενεστώτα μετοχή
amasando
απλός αόριστος
amasó
παθητική μετοχή
amasado
Παραδείγματα
Mi abuela amasa la pasta para galletas en una tabla de madera.
Η γιαγιά μου ζυμώνει τη ζύμη για τα μπισκότα σε μια ξύλινη σανίδα.
02
ζυμώνω, ανακατεύω
mezclar ingredientes para formar una masa
Παραδείγματα
Amasa todos los ingredientes secos primero, y luego añade la leche.
Ζυμώστε πρώτα όλα τα ξηρά συστατικά και μετά προσθέστε το γάλα.
03
συσσωρεύω, συγκεντρώνω
juntar o acumular una gran cantidad de dinero o bienes
Παραδείγματα
El equipo amasa puntos para clasificarse para la final.
Η ομάδα συσσωρεύει πόντους για να προκριθεί στον τελικό.



























