alguacillo
alg
alɣ
algh
ua
wa
va
ci
ˈθi
thi
llo
ʎo
lio
molinillobanquillocolmillonudillo

Ορισμός και σημασία του "alguacillo"στα ισπανικά

01

δικαστικός υπάλληλος, κατώτερος αξιωματούχος του δικαστηρίου

un oficial subalterno de un tribunal encargado de mantener el orden y ejecutar mandatos judiciales 
alguacillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alguacillos
Παραδείγματα
El alguacillo llamó al testigo a la sala. 

Ο υπάλληλος του δικαστηρίου κάλεσε τον μάρτυρα στην αίθουσα.

02

χαμηλόβαθμος δημοτικός αξιωματούχος, τοπικός υπάλληλος δικαστηρίου

un oficial de bajo rango o un alguacil en un pueblo o municipio 
Παραδείγματα
El alguacillo del pueblo anunció el edicto. 

Ο αλγουασίλ του χωριού ανακοίνωσε το διάταγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store