alegoría
a
a
a
le
le
le
gor
ˈɣoɾi
ghori
ía
a
a
alegría

Ορισμός και σημασία του "alegoría"στα ισπανικά

01

αλληγορία, συμβολική αφήγηση

una historia o imagen que representa una idea abstracta 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
alegorías
Παραδείγματα
La novela es una alegoría de la guerra civil. 

Το μυθιστόρημα είναι μια αλληγορία του εμφυλίου πολέμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store