alcoholismo
al
al
al
co
ko
ko
ho
ˈo
o
lis
lis
lis
mo
mo
mo

Ορισμός και σημασία του "alcoholismo"στα ισπανικά

01

αλκοολισμός, εξάρτηση από το αλκοόλ

dependencia física o psicológica de bebidas alcohólicas 
alcoholismo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alcoholismo es un problema grave de salud pública. 

Ο αλκοολισμός είναι ένα σοβαρό δημόσιο υγειονομικό πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store