Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alcantarillado
01
αποχετευτικό σύστημα, σύστημα λυμάτων
sistema de canalizaciones subterráneas para la evacuación de aguas residuales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alcantarillados
Παραδείγματα
El alcantarillado de la ciudad está en buen estado.
Το αποχετευτικό σύστημα της πόλης είναι σε καλή κατάσταση.



























