Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alado
01
φτερωτός, εξοπλισμένος με φτερά
un animal que tiene alas o está provisto de ellas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alado
αρσενικό πληθυντικό
alados
θηλυκό ενικό
alada
θηλυκό πληθυντικό
aladas
Παραδείγματα
La hormiga alada sale del nido para aparearse.
Το φτερωτό μυρμήγκι βγαίνει από τη φωλιά για να ζευγαρώσει.
02
γρήγορος, ταχύς
una persona o cosa que es muy rápida o veloz
Παραδείγματα
El tiempo pasa con pies alados.
Ο χρόνος περνά με φτερωτά πόδια.



























