alado
a
a
α
la
ˈla
λα
do
ðo
δο
alabadoatadoaradoalzado

Ορισμός και σημασία του "alado"στα ισπανικά

01

φτερωτός, εξοπλισμένος με φτερά

un animal que tiene alas o está provisto de ellas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alado
αρσενικό πληθυντικό
alados
θηλυκό ενικό
alada
θηλυκό πληθυντικό
aladas
θεματικό πεδίο
animales, anatomía, biología
Παραδείγματα
El águila es una criatura alada majestuosa. 

Ο αετός είναι ένα μεγαλοπρεπές φτερωτό πλάσμα.

02

γρήγορος, ταχύς

una persona o cosa que es muy rápida o veloz 
Παραδείγματα
Un mensaje alado llegó de inmediato. 

Ένα γρήγορο μήνυμα έφτασε αμέσως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store