Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alabar
01
επαινώ, εκθειάζω
expresar admiración, reconocimiento o aprobación hacia alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alabo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alaba
ενεστώτα μετοχή
alabando
απλός αόριστος
alabó
παθητική μετοχή
alabado
Παραδείγματα
El profesor alabó a los estudiantes por su esfuerzo.
Ο δάσκαλος εξύμνησε τους μαθητές για την προσπάθειά τους.
02
καυχιέμαι
hablar de uno mismo o de sus logros de manera exagerada para impresionar a otros
Παραδείγματα
Siempre alaba sus éxitos frente a sus amigos.
Πάντα καυχιέται για τις επιτυχίες του μπροστά στους φίλους του.



























