Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alabar
01
επαινώ, εκθειάζω
expresar admiración, reconocimiento o aprobación hacia alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alabo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alaba
ενεστώτα μετοχή
alabando
απλός αόριστος
alabó
παθητική μετοχή
alabado
Παραδείγματα
Quiero alabar tu dedicación al proyecto.
Θέλω να επαινέσω την αφοσίωσή σου στο έργο.
02
καυχιέμαι
hablar de uno mismo o de sus logros de manera exagerada para impresionar a otros
Παραδείγματα
El jugador alabó su propio rendimiento después del partido.
Ο παίκτης καυχήθηκε για την απόδοσή του μετά τον αγώνα.



























