Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ajustar
01
προσαρμόζω
hacer cambios para que algo funcione mejor o encaje en una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ajusto
γ΄ ενικό πρόσωπο
ajusta
ενεστώτα μετοχή
ajustando
απλός αόριστος
ajustó
παθητική μετοχή
ajustado
Παραδείγματα
El técnico ajustó la máquina con cuidado.
Ο τεχνικός προσάρμοσε το μηχάνημα προσεκτικά.
02
σφίγγω,στερεώνω, تنگ کردن، محکم کردن
hacer que algo quede más firme o seguro mediante presión o modificación
Παραδείγματα
Ajusta el casco antes de montar.
Ρυθμίστε το κράνος πριν από την οδήγηση.
03
προσαρμόζω
colocar o hacer que algo encaje en un espacio o situación
Παραδείγματα
El equipo ajustó el equipo en el camión.
Η ομάδα προσάρμοσε τον εξοπλισμό στο φορτηγό.



























