Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ajustar
01
προσαρμόζω
hacer cambios para que algo funcione mejor o encaje en una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ajusto
γ΄ ενικό πρόσωπο
ajusta
ενεστώτα μετοχή
ajustando
απλός αόριστος
ajustó
παθητική μετοχή
ajustado
Παραδείγματα
Hay que ajustar el plan a la nueva situación.
Πρέπει να προσαρμόσουμε το σχέδιο στη νέα κατάσταση.
02
σφίγγω,στερεώνω, تنگ کردن، محکم کردن
hacer que algo quede más firme o seguro mediante presión o modificación
Παραδείγματα
Tuvo que ajustar el tornillo.
Έπρεπε να σφίξει τη βίδα.
03
προσαρμόζω
colocar o hacer que algo encaje en un espacio o situación
Παραδείγματα
Tuvimos que ajustar todo en la maleta.
Έπρεπε να χωρέσουμε τα πάντα στη βαλίτσα.



























