ajustar
ajustar
asustar

Ορισμός και σημασία του "ajustar"στα ισπανικά

ajustar
01

προσαρμόζω

hacer cambios para que algo funcione mejor o encaje en una situación 
ajustar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ajusto
γ΄ ενικό πρόσωπο
ajusta
ενεστώτα μετοχή
ajustando
απλός αόριστος
ajustó
παθητική μετοχή
ajustado
Παραδείγματα
Hay que ajustar el plan a la nueva situación. 

Πρέπει να προσαρμόσουμε το σχέδιο στη νέα κατάσταση.

02

σφίγγω,στερεώνω, تنگ کردن، محکم کردن

hacer que algo quede más firme o seguro mediante presión o modificación 
ajustar definition and meaning
Παραδείγματα
Tuvo que ajustar el tornillo. 

Έπρεπε να σφίξει τη βίδα.

03

προσαρμόζω

colocar o hacer que algo encaje en un espacio o situación 
Παραδείγματα
Tuvimos que ajustar todo en la maleta. 

Έπρεπε να χωρέσουμε τα πάντα στη βαλίτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store