Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afligir
01
λυπώ, θλίβω
causar sufrimiento, tristeza o angustia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aflijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aflige
ενεστώτα μετοχή
afligiendo
απλός αόριστος
afligió
παθητική μετοχή
afligido
Παραδείγματα
Nos afligió ver su tristeza en el rostro.
Μας θλίψει να δούμε τη θλίψη στο πρόσωπό του.
02
θλίβω
causar un gran sufrimiento o angustia, especialmente por un largo periodo de tiempo
Παραδείγματα
Las malas noticias le afligieron profundamente.
Τα κακά νέα τον θλίψανε βαθιά.
03
λυπάμαι, αγωνιώ
ponerse triste, angustiado o preocupado por algo
Παραδείγματα
Nos afligimos mucho por la difícil situación que atravesaba.
Λυπηθήκαμε πολύ για τη δύσκολη κατάσταση που περνούσε.



























