Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afligir
01
λυπώ, θλίβω
causar sufrimiento, tristeza o angustia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aflijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aflige
ενεστώτα μετοχή
afligiendo
απλός αόριστος
afligió
παθητική μετοχή
afligido
Παραδείγματα
La noticia de su enfermedad le afligió profundamente.
Η είδηση της ασθένειάς του τον λυπήσε βαθιά.
02
θλίβω
causar un gran sufrimiento o angustia, especialmente por un largo periodo de tiempo
Παραδείγματα
La enfermedad lo afligió durante meses.
Η ασθένεια τον βασάνιζε για μήνες.
03
λυπάμαι, αγωνιώ
ponerse triste, angustiado o preocupado por algo
Παραδείγματα
Se afligió mucho al escuchar la noticia.
Λυπήθηκε πολύ ακούγοντας την είδηση.



























