afiliación
afiliación
afirmaciónafinación

Ορισμός και σημασία του "afiliación"στα ισπανικά

01

ιδιότητα μέλους, σύνδεση

condición o proceso de pertenecer a una organización o grupo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
afiliaciones
Παραδείγματα
La afiliación al sindicato es voluntaria. 

Η συμμετοχή στο συνδικάτο είναι εθελοντική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store