Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adopción
01
υιοθεσία
el acto legal por el cual una persona o pareja asume la filiación parental de un niño que no es su hijo biológico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El proceso de adopción de su hija duró casi tres años.
Η διαδικασία υιοθεσίας της κόρης τους διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια.
02
υιοθέτηση, η υιοθέτηση
la acción de aceptar, aprobar o comenzar a usar algo, como una ley o una costumbre
Παραδείγματα
El parlamento debatió la adopción de la nueva ley de privacidad.
Το κοινοβούλιο συζήτησε την υιοθέτηση του νέου νόμου περί απορρήτου.



























