Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adopción
01
υιοθεσία
el acto legal por el cual una persona o pareja asume la filiación parental de un niño que no es su hijo biológico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La adopción es un acto de amor y compromiso profundo.
Η υιοθεσία είναι μια πράξη αγάπης και βαθιάς δέσμευσης.
02
υιοθέτηση, η υιοθέτηση
la acción de aceptar, aprobar o comenzar a usar algo, como una ley o una costumbre
Παραδείγματα
La adopción del euro como moneda común fue un paso histórico.
Η υιοθέτηση του ευρώ ως κοινό νόμισμα ήταν ένα ιστορικό βήμα.



























