Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adecuar
01
ταιριάζω, είμαι κατάλληλος
ser apropiado o ajustarse bien a una situación o contexto
Παραδείγματα
El plan se adecua a las necesidades del proyecto.
Το σχέδιο ταιριάζει με τις ανάγκες του έργου.
02
προσαρμόζω, εγκλιματίζω
hacer que algo se ajuste o sea apropiado para una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adecúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
adecúa
ενεστώτα μετοχή
adecuando
απλός αόριστος
adecuó
παθητική μετοχή
adecuado
Παραδείγματα
Hay que adecuar el plan a las nuevas condiciones.
Πρέπει να προσαρμόσουμε το σχέδιο στις νέες συνθήκες.
03
προσαρμόζω,εφαρμόζω, وفق پیدا کردن
adaptarse o ajustarse a una situación, norma o condición
Παραδείγματα
Se adecúa fácilmente a nuevos entornos.
Προσαρμόζεται εύκολα σε νέα περιβάλλοντα.



























