Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adelantar
[past form: adelanté][present form: adelanto]
01
προσπερνώ
pasar delante de otro vehículo en la carretera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adelanto
γ΄ ενικό πρόσωπο
adelanta
ενεστώτα μετοχή
adelantando
απλός αόριστος
adelanté
παθητική μετοχή
adelantado
Παραδείγματα
Adelantamos a varios vehículos en el viaje.
Προσπερνώ πολλά οχήματα στο ταξίδι.
02
γρήγορη προώθηση, προώθηση μπροστά
mover la reproducción hacia un punto posterior en el tiempo
Παραδείγματα
Adelanté hasta el momento clave de la entrevista.
Προχώρησα μέχρι την κρίσιμη στιγμή της συνέντευξης.



























