Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adaptación
01
προσαρμογή, μεταφορά
proceso de transformar una obra, idea o producto para que encaje en un nuevo formato o contexto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
adaptaciones
Παραδείγματα
La película es una adaptación de la novela más famosa del autor.
Η ταινία είναι μια προσαρμογή του πιο διάσημου μυθιστορήματος του συγγραφέα.
02
προσαρμογή, προσαρμογή
proceso de ajustarse o acomodarse a nuevas condiciones, situaciones o entornos
Παραδείγματα
La adaptación al nuevo país fue difícil al principio.
Η προσαρμογή στη νέα χώρα ήταν δύσκολη στην αρχή.



























