Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreditado
01
διαπιστευμένος, αξιόπιστος
que es reconocido por su prestigio o buena reputación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas acreditado
συγκριτικός βαθμός
mas acreditado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acreditado
αρσενικό πληθυντικό
acreditados
θηλυκό ενικό
acreditada
θηλυκό πληθυντικό
acreditadas
Παραδείγματα
Un autor acreditado dará la conferencia.
Ένας διαπιστευμένος συγγραφέας θα δώσει τη διάλεξη.
02
έγκυρος, رسمی
que tiene buena reputación o es considerado fiable y de calidad
Παραδείγματα
Solo trabajamos con proveedores acreditados.
Συνεργαζόμαστε μόνο με διαπιστευμένους προμηθευτές.



























