Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreditado
01
διαπιστευμένος, αξιόπιστος
que es reconocido por su prestigio o buena reputación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas acreditado
συγκριτικός βαθμός
mas acreditado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acreditado
αρσενικό πληθυντικό
acreditados
θηλυκό ενικό
acreditada
θηλυκό πληθυντικό
acreditadas
Παραδείγματα
Es un médico acreditado en su campo.
Είναι διαπιστευμένος γιατρός στον τομέα του.
02
έγκυρος, رسمی
que tiene buena reputación o es considerado fiable y de calidad
Παραδείγματα
Es un banco acreditado en el país.
Είναι μια διαπιστευμένη τράπεζα στη χώρα.



























