Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absentismo
01
απουσιασμός
ausencia habitual o frecuente del trabajo o de obligaciones sin justificación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El absentismo laboral ha aumentado en la empresa.
Η απουσία από την εργασία αυξήθηκε στην εταιρεία.



























