abrazo
abrazo

Ορισμός και σημασία του "abrazo"στα ισπανικά

01

αγκαλιά, αγκάλιασμα

acto de rodear con los brazos a otra persona como muestra de afecto 
abrazo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abrazos
Παραδείγματα
Le dio un abrazo a su amigo. 

Έδωσε μια αγκαλιά στον φίλο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store