abotonar

Ορισμός και σημασία του "abotonar"στα ισπανικά

abotonar
01

κουμπώνω, κλείνω με κουμπιά

cerrar o asegurar una prenda pasando los botones por los ojales
abotonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abotono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abotona
ενεστώτα μετοχή
abotonando
απλός αόριστος
abotonó
παθητική μετοχή
abotonado
Παραδείγματα
Prefiero abotonar mi propia ropa.
Προτιμώ να κουμπώνω τα ρούχα μου.
02

κουμπώνω, κλείνω τα κουμπιά

cerrar los botones de la propia ropa
Παραδείγματα
Se abotonó los puños de la camisa con elegancia.
Κούμπωσε τις μανσέτες του πουκάμισου με κομψότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store