Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abotonar
01
κουμπώνω, κλείνω με κουμπιά
cerrar o asegurar una prenda pasando los botones por los ojales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abotono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abotona
ενεστώτα μετοχή
abotonando
απλός αόριστος
abotonó
παθητική μετοχή
abotonado
Παραδείγματα
El niño aprendió a abotonar su camisa.
Το αγόρι έμαθε να κουμπώνει το πουκάμισό του.
02
κουμπώνω, κλείνω τα κουμπιά
cerrar los botones de la propia ropa
Παραδείγματα
Se abotonó la chaqueta rápidamente antes de salir.
Κούμπωσε γρήγορα το σακάκι του πριν βγει.



























