Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aborto
01
ακύρωση, διακοπή
la acción de cancelar, suspender o dejar incompleto un proyecto, un plan o un proceso
Παραδείγματα
El mal tiempo provocó el aborto del despegue del cohete.
Ο κακός καιρός προκάλεσε την ακύρωση της εκτόξευσης του πυραύλου.
02
άμβλωση
la interrupción y finalización prematura del embarazo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abortos
Παραδείγματα
La ley regula las condiciones para acceder a un aborto legal.
Ο νόμος ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για πρόσβαση σε νόμιμη έκτρωση.



























