abortar
abortar
abordaracortaraportar

Ορισμός και σημασία του "abortar"στα ισπανικά

abortar
01

κάνω έκτρωση, διακόπτω εγκυμοσύνη

interrumpir un embarazo antes de que el feto pueda vivir fuera del útero 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aborto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborta
ενεστώτα μετοχή
abortando
απλός αόριστος
abortó
παθητική μετοχή
abortado
Παραδείγματα
Decidió abortar por razones médicas. 

Αποφάσισε να κάνει έκτρωση για ιατρικούς λόγους.

02

- , -

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store