Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abonar
01
λιπαίνω, κοπρίζω
añadir sustancias al suelo o plantas para que crezcan mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abona
ενεστώτα μετοχή
abonando
απλός αόριστος
abonó
παθητική μετοχή
abonado
Παραδείγματα
Los agricultores abonan la tierra antes de sembrar.
Οι αγρότες λιπαίνουν τη γη πριν από τη σπορά.
02
πληρώνω, εξοφλώ
pagar dinero por un servicio, producto o deuda
Παραδείγματα
Aboné la factura del agua ayer.
Πλήρωσα τον λογαριασμό του νερού χθες.
03
πιστώνω, καταθέτω
ingresar dinero en una cuenta bancaria o registrar un crédito
Παραδείγματα
La nómina se abonó en la cuenta ayer.
Ο μισθός πιστώθηκε στον λογαριασμό χθες.



























