Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abonar
01
λιπαίνω, κοπρίζω
añadir sustancias al suelo o plantas para que crezcan mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abono
γ΄ ενικό πρόσωπο
abona
ενεστώτα μετοχή
abonando
απλός αόριστος
abonó
παθητική μετοχή
abonado
Παραδείγματα
El jardinero abonó las flores con cuidado.
Ο κηπουρός λίπανε τα λουλούδια προσεκτικά.
02
πληρώνω, εξοφλώ
pagar dinero por un servicio, producto o deuda
Παραδείγματα
Abonar a tiempo evita recargos por demora.
Η πληρωμή εγκαίρως αποφεύγει τις χρεώσεις καθυστέρησης.
03
πιστώνω, καταθέτω
ingresar dinero en una cuenta bancaria o registrar un crédito
Παραδείγματα
Se abonaron los pagos pendientes del cliente.
Πιστώθηκαν οι εκκρεμείς πληρωμές του πελάτη.



























