Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abominable
01
αποτρόπαιος, απεχθής
que es extremadamente malo, odioso o que causa gran repugnancia
Παραδείγματα
Sufrieron un trato abominable por parte de sus captores.
Υπέστησαν αποτρόπαιη μεταχείριση από τους αιχμαλωτιστές τους.
Λεξικό Δέντρο
abominable
abomin



























