Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abominable
01
αποτρόπαιος, απεχθής
que es extremadamente malo, odioso o que causa gran repugnancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abominable
συγκριτικός βαθμός
más abominable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abominable
αρσενικό πληθυντικό
abominables
θηλυκό ενικό
abominable
θηλυκό πληθυντικό
abominables
Παραδείγματα
Las condiciones en la prisión eran abominables.
Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν αποτρόπαιες.
Λεξικό Δέντρο
abominable
abomin



























