abatimiento
a
a
a
ba
βa
ba
tim
ˈtim
tim
ien
jen
yen
to
to
to
abajamiento

Ορισμός και σημασία του "abatimiento"στα ισπανικά

01

κατάθλιψη, αποθάρρυνση

un estado de profunda tristeza, desánimo y falta de energía 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un gran abatimiento se apoderó de él tras el fracaso. 

Μια μεγάλη κατάθλιψη τον κυρίευσε μετά την αποτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store