Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abatido
01
κατεβαλμένος, αποθαρρυμένος
muy triste, desanimado y sin energía a causa de una decepción o un problema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abatido
συγκριτικός βαθμός
más abatido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abatido
αρσενικό πληθυντικό
abatidos
θηλυκό ενικό
abatida
θηλυκό πληθυντικό
abatidas
Παραδείγματα
Intentaba ocultar su estado abatido detrás de una sonrisa.
Προσπαθούσε να κρύψει την abatido κατάστασή του πίσω από ένα χαμόγελο.



























