abatido
abatido

Ορισμός και σημασία του "abatido"στα ισπανικά

01

κατεβαλμένος, αποθαρρυμένος

muy triste, desanimado y sin energía a causa de una decepción o un problema 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abatido
συγκριτικός βαθμός
más abatido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abatido
αρσενικό πληθυντικό
abatidos
θηλυκό ενικό
abatida
θηλυκό πληθυντικό
abatidas
Παραδείγματα
Se sentía abatido después de no conseguir el trabajo. 

Ένιωθε καταβεβλημένος αφού δεν πήρε τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store