Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sala
01
σαλόνι, καθιστικό
habitación de la casa donde la familia se sienta y habla
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salas
Παραδείγματα
La sala es grande.
Το σαλόνι είναι μεγάλο.
02
αίθουσα, δωμάτιο
habitación o espacio dentro de un edificio destinado a un uso específico
Παραδείγματα
El paciente está en la sala 5 del hospital.



























