Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sagrado
01
ιερός
que pertenece o está dedicado a la religión o a lo divino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sagrado
συγκριτικός βαθμός
más sagrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sagrado
αρσενικό πληθυντικό
sagrados
θηλυκό ενικό
sagrada
θηλυκό πληθυντικό
sagradas
Παραδείγματα
Entraron en el recinto sagrado con respeto.
Μπήκαν στον ιερό χώρο με σεβασμό.



























