Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sagrado
01
ιερός
que pertenece o está dedicado a la religión o a lo divino
Παραδείγματα
Entraron en el recinto sagrado con respeto.
Μπήκαν στον ιερό χώρο με σεβασμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ιερός