Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rizar
[past form: ricé][present form: rizo]
01
κάνω μπούκλες, σγουραίνω
dar forma de rizos al cabello, usando herramientas o productos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
riza
ενεστώτα μετοχή
rizando
απλός αόριστος
ricé
παθητική μετοχή
rizado
Παραδείγματα
Prefiero rizarme el cabello con protectores de calor.
Προτιμώ να κάνω μπούκλες στα μαλλιά μου με προστατευτικά θερμότητας.



























