rizar
Pronunciation
/riθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "rizar"στα ισπανικά

rizar
[past form: ricé][present form: rizo]
01

κάνω μπούκλες, σγουραίνω

dar forma de rizos al cabello, usando herramientas o productos
rizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
riza
ενεστώτα μετοχή
rizando
απλός αόριστος
ricé
παθητική μετοχή
rizado
Παραδείγματα
Prefiero rizarme el cabello con protectores de calor.
Προτιμώ να κάνω μπούκλες στα μαλλιά μου με προστατευτικά θερμότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store