el telefonista
Pronunciation
/tˌelefonˈista/

Ορισμός και σημασία του "telefonista"στα ισπανικά

El telefonista
[gender: masculine]
01

τηλεφωνητής, χειριστής τηλεφώνου

persona que atiende y gestiona llamadas telefónicas en una central o empresa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telefonistas
Παραδείγματα
La telefonista estaba muy ocupada hoy.
Η τηλεφωνήτρια ήταν πολύ απασχολημένη σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store