Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El teleadicto
01
τηλεεθισμένος, τηλεμανής
persona que pasa mucho tiempo viendo televisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
teleadictos
Παραδείγματα
El teleadicto no quería salir de casa.
Ο τηλεεθισμένος δεν ήθελε να βγει από το σπίτι.



























