el teleadicto
te
ˌte
te
lea
lea
lea
dic
ˈðik
dhik
to
to
to
drogadictoveredictoconflictoestricto

Ορισμός και σημασία του "teleadicto"στα ισπανικά

01

τηλεεθισμένος, τηλεμανής

persona que pasa mucho tiempo viendo televisión 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
teleadictos
Παραδείγματα
Mi hermano es un teleadicto y ve la televisión todo el día. 

Ο αδερφός μου είναι τηλεεθισμένος και βλέπει τηλεόραση όλη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store