tejer
te
te
te
jer
ˈxeɾ
kher
tenertemer

Ορισμός και σημασία του "tejer"στα ισπανικά

01

πλέκω, υφαίνω

unir hilos o fibras entrelazándolos para formar telas, prendas u objetos 
tejer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teje
ενεστώτα μετοχή
tejiendo
απλός αόριστος
tejió
παθητική μετοχή
tejido
Παραδείγματα
Mi abuela sabe tejer suéteres muy bonitos. 

Η γιαγιά μου ξέρει να πλέκει πολύ όμορφους πουλόβερ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store