tejer
Pronunciation
/texˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "tejer"στα ισπανικά

01

πλέκω, υφαίνω

unir hilos o fibras entrelazándolos para formar telas, prendas u objetos
tejer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teje
ενεστώτα μετοχή
tejiendo
απλός αόριστος
tejió
παθητική μετοχή
tejido
Παραδείγματα
Prefiero tejer con hilo de algodón que con lana.
Προτιμώ να πλέκω με βαμβακερή κλωστή παρά με μαλλί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store