el hogar
Pronunciation
/oɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "hogar"στα ισπανικά

01

σπίτι, κατοικία

la casa o el lugar donde se vive, considerado en su aspecto emocional y familiar
el hogar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hogares
Παραδείγματα
Extrañaba su hogar y a su familia.
Του έλειπε το σπίτι του και η οικογένειά του.
02

εστία, τζάκι

la parte del suelo de una chimenea donde se hace el fuego
el hogar definition and meaning
Παραδείγματα
El fuego en el hogar crepitaba suavemente.
Η φωτιά στην εστία τρίζε απαλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store