ingenuo
in
in
in
ge
ˈxe
khe
nuo
nuo
nooo
ingenio

Ορισμός και σημασία του "ingenuo"στα ισπανικά

01

αφελής

que muestra confianza excesiva o falta de malicia 
ingenuo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ingenuo
συγκριτικός βαθμός
más ingenuo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ingenuo
αρσενικό πληθυντικό
ingenuos
θηλυκό ενικό
ingenua
θηλυκό πληθυντικό
ingenuas
Παραδείγματα
Su ingenua sonrisa mostraba su inocencia. 

Το αφελές χαμόγελό του έδειχνε την αθωότητά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store