Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El perjuicio
01
ζημία, βλάβη
daño, detrimento o efecto negativo sobre alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
perjuicios
Παραδείγματα
La contaminación causa perjuicio a la salud de las personas.
Η ρύπανση προκαλεί ζημία στην υγεία των ανθρώπων.



























