el perjuicio
perj
ˈpeɾx
perkh
uic
wiθ
vith
io
jo
yo
perjurioprejuicio

Ορισμός και σημασία του "perjuicio"στα ισπανικά

01

ζημία, βλάβη

daño, detrimento o efecto negativo sobre alguien o algo 
el perjuicio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
perjuicios
Παραδείγματα
La contaminación causa perjuicio a la salud de las personas. 

Η ρύπανση προκαλεί ζημία στην υγεία των ανθρώπων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store