Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El perjuicio
[gender: masculine]
01
ζημία, βλάβη
daño, detrimento o efecto negativo sobre alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
perjuicios
Παραδείγματα
Evitar el perjuicio es responsabilidad de todos.
Η αποφυγή της ζημίας είναι ευθύνη όλων.



























