Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inventar
01
εφευρίσκω
crear algo nuevo que antes no existía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invento
γ΄ ενικό πρόσωπο
inventa
ενεστώτα μετοχή
inventando
απλός αόριστος
inventé
παθητική μετοχή
inventado
Παραδείγματα
Thomas Edison inventó la bombilla.
Ο Τόμας Έντισον εφηύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα.



























