inventar
Pronunciation
/ˌimbɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "inventar"στα ισπανικά

inventar
[past form: inventé][present form: invento]
01

εφευρίσκω

crear algo nuevo que antes no existía
inventar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invento
γ΄ ενικό πρόσωπο
inventa
ενεστώτα μετοχή
inventando
απλός αόριστος
inventé
παθητική μετοχή
inventado
Παραδείγματα
Inventar algo útil requiere imaginación.
Εφεύρω κάτι χρήσιμο απαιτεί φαντασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store