Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inventar
[past form: inventé][present form: invento]
01
εφευρίσκω
crear algo nuevo que antes no existía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invento
γ΄ ενικό πρόσωπο
inventa
ενεστώτα μετοχή
inventando
απλός αόριστος
inventé
παθητική μετοχή
inventado
Παραδείγματα
Inventar algo útil requiere imaginación.
Εφεύρω κάτι χρήσιμο απαιτεί φαντασία.



























