Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invisible
01
αόρατος, απαρατήρητος
que no se puede ver
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más invisible
συγκριτικός βαθμός
más invisible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
invisible
αρσενικό πληθυντικό
invisibles
θηλυκό ενικό
invisible
θηλυκό πληθυντικό
invisibles
Παραδείγματα
La magia hacía que el objeto pareciera invisible.
Η μαγεία έκανε το αντικείμενο να φαίνεται αόρατο.
Λεξικό Δέντρο
invisible
visible



























