cariñoso
ca
ka
ka
ri
ɾi
ri
ño
ˈɲo
nio
so
so
so
caricioso

Ορισμός και σημασία του "cariñoso"στα ισπανικά

01

στοργικός, τρυφερός

amable y afectuoso con los demás 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cariñoso
συγκριτικός βαθμός
más cariñoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cariñoso
αρσενικό πληθυντικό
cariñosos
θηλυκό ενικό
cariñosa
θηλυκό πληθυντικό
cariñosas
Παραδείγματα
Es un niño muy cariñoso con su hermana. 

Είναι ένα πολύ στοργικό αγόρι με την αδερφή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store