cariñoso
Pronunciation
/kˌaɾiɲˈoso/

Ορισμός και σημασία του "cariñoso"στα ισπανικά

01

στοργικός, τρυφερός

amable y afectuoso con los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cariñoso
συγκριτικός βαθμός
más cariñoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cariñoso
αρσενικό πληθυντικό
cariñosos
θηλυκό ενικό
cariñosa
θηλυκό πληθυντικό
cariñosas
Παραδείγματα
Le escribió una nota cariñosa.
Της έγραψε ένα στοργικό σημείωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store