Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descolonizar
[past form: descolonicé][present form: descolonizo]
01
αποαποικιοποιώ, απελευθερώνω από την αποικιοποίηση
poner fin al control político y económico de un territorio por una potencia extranjera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
descolonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
descoloniza
ενεστώτα μετοχή
descolonizando
απλός αόριστος
descolonicé
παθητική μετοχή
descolonizado
Παραδείγματα
La ONU presionó a la potencia para que comenzara a descolonizar sus territorios.
Ο ΟΗΕ πίεσε τη δύναμη να αρχίσει να αποαποικιοποιεί τα εδάφη της.



























