Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diseñar
01
σχεδιάζω, σχεδιάζω
concebir y planear el aspecto, la función o la estructura de algo antes de crearlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
diseño
γ΄ ενικό πρόσωπο
diseña
ενεστώτα μετοχή
diseñando
απλός αόριστος
diseñé
παθητική μετοχή
diseñado
Παραδείγματα
La empresa diseña muebles a medida.
Η εταιρεία σχεδιάζει έπιπλα κατά παραγγελία.



























