Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El catástrofe
[gender: masculine]
01
καταστροφή
suceso que provoca gran daño, destrucción o sufrimiento, especialmente en la naturaleza o sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
catástrofes
Παραδείγματα
Las catástrofes afectan tanto a la vida humana como a la fauna.
Οι καταστροφές επηρεάζουν τόσο την ανθρώπινη ζωή όσο και την πανίδα.



























