Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El catástrofe
01
καταστροφή
suceso que provoca gran daño, destrucción o sufrimiento, especialmente en la naturaleza o sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
catástrofes
Παραδείγματα
El huracán fue una catástrofe para la región costera.
Ο τυφώνας ήταν μια καταστροφή για την παράκτια περιοχή.



























