Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agotador
01
εξαντλητικός, κουραστικός
que causa mucho cansancio o esfuerzo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agotador
συγκριτικός βαθμός
más agotador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agotador
αρσενικό πληθυντικό
agotadores
θηλυκό ενικό
agotadora
θηλυκό πληθυντικό
agotadoras
Παραδείγματα
La caminata de diez horas fue agotadora.
Ο δεκάωρος περίπατος ήταν εξαντλητικός.



























