agotador
a
a
a
go
ɣo
gho
ta
ta
ta
dor
ˈðoɾ
dhor
agitador

Ορισμός και σημασία του "agotador"στα ισπανικά

01

εξαντλητικός, κουραστικός

que causa mucho cansancio o esfuerzo 
agotador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agotador
συγκριτικός βαθμός
más agotador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agotador
αρσενικό πληθυντικό
agotadores
θηλυκό ενικό
agotadora
θηλυκό πληθυντικό
agotadoras
Παραδείγματα
El trabajo en la construcción resulta agotador al final del día. 

Η εργασία στην κατασκευή αποδεικνύεται εξαντλητική στο τέλος της ημέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store