Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agradable
01
ευχάριστος
que resulta placentero o causa una sensación positiva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agradable
συγκριτικός βαθμός
más agradable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agradable
αρσενικό πληθυντικό
agradables
θηλυκό ενικό
agradable
θηλυκό πληθυντικό
agradables
Παραδείγματα
Me diste una sorpresa muy agradable.
Μου έκανες μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.



























