Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maltratado
01
κακοποιημένος
que ha sufrido daño físico o psicológico por el trato cruel o violento de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maltratado
συγκριτικός βαθμός
más maltratado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maltratado
αρσενικό πληθυντικό
maltratados
θηλυκό ενικό
maltratada
θηλυκό πληθυντικό
maltratadas
Παραδείγματα
La organización ayuda a animales maltratados.
Ο οργανισμός βοηθά κακοποιημένα ζώα.
Λεξικό Δέντρο
maltratado
mal
tratado



























