Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maltratado
01
κακοποιημένος
que ha sufrido daño físico o psicológico por el trato cruel o violento de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maltratado
συγκριτικός βαθμός
más maltratado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maltratado
αρσενικό πληθυντικό
maltratados
θηλυκό ενικό
maltratada
θηλυκό πληθυντικό
maltratadas
θεματικό πεδίο
personas, salud, sociedad
Παραδείγματα
El niño maltratado fue acogido por una nueva familia.
Το κακοποιημένο παιδί υιοθετήθηκε από μια νέα οικογένεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
maltratado
mal
tratado



























