Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escarpado
01
απόκρημνος, απότομος
que tiene una pendiente muy pronunciada o difícil de subir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas escarpado
συγκριτικός βαθμός
mas escarpado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escarpado
αρσενικό πληθυντικό
escarpados
θηλυκό ενικό
escarpada
θηλυκό πληθυντικό
escarpadas
Παραδείγματα
El sendero escarpado requiere cuidado.
Το απότομο μονοπάτι απαιτεί προσοχή.



























