la aldea
al
al
al
dea
ˈdea
dea
peleajaleacorreaplatea

Ορισμός και σημασία του "aldea"στα ισπανικά

01

χωριό, κωμόπολη

población pequeña, generalmente rural, más pequeña que un pueblo 
la aldea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aldeas
Παραδείγματα
Vivimos en una aldea cerca del río. 

Ζούμε σε ένα χωριό κοντά στο ποτάμι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store